Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς


Φαντάζομαι ότι όποιος έχει επισκεφθεί στο παρελθόν αυτό το blog καταλαβαίνει το νόημα του τίτλου της σημερινής ανάρτησης. Άλλαξε λίγο το περιβάλλον, έγινε πιο minimal και γκρι. Αυτό βέβαια δεν έχει απολύτως κανένα ενδιαφέρον για το ευρύ κοινό. Ενδιαφέρον όμως έχει η εξήγηση της παροιμιώδους αυτής φράσης, που χρησιμοποιούμε όταν κάτι έχει αλλάξει, αλλά στην ουσία παραμένει το ίδιο. 

Θα γυρίσουμε λίγο πίσω, στην εποχή της βασιλείας του Όθωνα. Τότε ζούσε στην Αθήνα ο Μανώλης Μπατίνος. Γραφικός τύπος που τριγυρνούσε στην πόλη με κουρελιασμένα ρούχα και αυτοπροσδιοριζόταν ποιητής, ακόμα και φιλόσοφος. 

Μια μέρα συνάντησε τυχαία τον Ιωάννη Κωλλέτη και του ζήτησε να βγάλει λόγο στη Βουλή. Ο Κωλλέτης προφανώς δεν τον πήρε στα σοβαρά και του απάντησε πως θα μπορούσε να αγορεύσει με την προϋπόθεση να αλλάξει ρούχα. 

Έτσι κι έγινε. Το επόμενο πρωί ο Μανώλης εμφανίστηκε σε κεντρική πλατεία έχοντας αναποδογυρίσει τα ρούχα του και φορώντας το μέσα έξω. Και δεν έμεινε μόνο εκεί. Άρχισε να απαγγέλει το ακόλουθο ποίημα:

"Άλλαξε η Αθήνα όψη, 
σαν μαχαίρι δίχως κόψη, 
πήρε κάτι απ' την Ευρώπη
και ξεφούσκωσε σαν τόπι.

Άλλαξαν χαζοί και κούφοι
και μας κάναν κλωτσοσκούφι.
Άλλαξε κι ο Μανωλιός
κι εβαλε τα ρούχα του αλλιώς."

Και εγένετο η παροιμία!

Το Μανώλη αυτό τον φαντάζομαι σαν τον Κυρ Αντώνη του Χατζιδάκι. Η εκτέλεση  που ακολουθεί είναι από την Ελεωνόρα Ζουγανέλη. 


Ως την επόμενη ανάρτηση... καλά να περνάτε!

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Άλλαξέ το

Κάθε φορά που κάνω ένα ξεκαθάρισμα στα συρτάρια ή την ντουλάπα μου, βρίσκω κάτι που το κοιτάζω και λέω στον εαυτό μου: 
"Μα τι σκεφτόμουν;"

Μπορεί βέβαια τη στιγμή που το αγόραζα και δεδομένων των τότε συνθηκών να ήταν μια καλή επιλογή. Άλλωστε δε θυμάμαι να έχω αγοράσει ποτέ κάτι που να μην το χρησιμοποίησα ούτε μια φορά. 'Η μάλλον... τώρα που το σκέφτομαι... υπάρχει κάτι. Μια φούστα που επίτηδες την είχα αγοράσει μικρότερη, βάζοντας έτσι στόχο να τη φορέσω όσο το δυνατόν συντομότερα. Εδώ κι αν κολλάει το "Μα τι σκεφτόμουν;"

Σε ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα λοιπόν βρήκα κάτι βραχιόλια. Τα είχα αγοράσει τον Οκτώβρη του 2008, αν δεν απατώμαι. Είχα να πάω σε δύο γάμους την ίδια μέρα. Ήταν λοιπόν το αξεσουάρ που θα συμπλήρωνε την εμφάνισή μου. Και τα φόρεσα. Και ήταν και πολύ ωραία. Και μετά δεν τα ξαναφόρεσα ποτέ. 

Τα βρήκα παραμελημένα, παραπονεμένα και μαυρισμένα από την αχρηστία. Θα μπορούσα ίσως να τα γυαλίσω, αλλά κοιτάζοντάς τα καλά, αποφάσισα ότι δε μου ταιριάζουν πλέον κι έτσι αποφάσισα να τα αλλάξω. 

Κατά καιρούς βλέπω σε βιτρίνες χάρτινα βραχιόλια που μου αρέσουν πολύ. Ιδιαίτερα ζαχαρώνω αυτά που είναι φτιαγμένα από σελίδες κόμικ. Κόμικ βέβαια δεν είχα σπίτι (μόνο κάτι τεύχη του Αστερίξ, που εννοείται ότι δεν τα θυσιάζω για κανέναν λόγο), αλλά είχα βιβλία που ακόμα δεν έχουν βρει το δρόμο τους για το BookCrossing. Ένα από αυτά και συγκεκριμένα ένα με ποιήματα του Καβάφη, έγινε μικρές μικρές λωρίδες και με τη βοήθεια της ατλακόλ έντυσε τα βραχιόλια. 



Ανυπομονώ να στεγνώσουν καλά και να τα φορέσω. Ελπίζω μόνο να αντέξουν έτσι, γιατί δε θέλω να τα περάσω λούστρο και να γυαλίζουν. Τα προτιμώ ματ. 

Ως την επόμενη ανάρτηση... καλά να περνάτε!!!